Ст. преподаватель
Назаренко М.А.
Мариупольский
государственный университет, Украина
Художественный образ города Халкиды
в трилогии
Яниса Скарибаса
Ο
ιστορικός και
ο γεωγραφικός
χώρος της
Χαλκίδας, στον
οποίο
δημιουργεί ο
συγγραφέας,
καθίσταται το
γενικότερο
σύμβολο της
στάσης του
απέναντι στη
ζωή και στην
τέχνη, ενώ
ταυτόχρονα,
ανάγεται σε
πλήρη κώδικα
μιας
ολοκληρωμένης
και συλλογικής
νοοτροπίας
του. Το
φαινόμενο αυτό
έχει
παρατηρηθεί
και σε
δημιουργούς, όπως
ο Αλέξανδρος
Παπαδιαμάντης
με σημείο αναφοράς
τη Σκιάθο, ο
Κωνσταντίνος
Καβάφης με την
Αλεξάνδρεια, ο
Οδυσσέας
Ελύτης με τα
νησιά του Αιγαίου,
ο Νίκος
Γαβριήλ –
Πεντζίκης με
τη
Θεσσαλονίκη. Σε
όλες αυτές τις
περιπτώσεις ο
χώρος, στον
οποίο διαβιώνει
ή οραματίζεται
πως ζει ο
συγγραφέας, μεταμορφώνεται
σε ένα κέντρο
συναίρεσης
καθολικότερων
αιτημάτων, που
αφορούν όχι
ξεχωριστές
ατομικότητες,
αλλά κοινωνικά
δεδομένα και
συλλογικές
ανάγκες.
Το
ίδιο ακριβώς
συμβαίνει με
τον Γιάννη
Σκαρίμπα και
τη Χαλκίδα. Το
όνομα του
πολύπλευρου
πεζογράφου και
ποιητή από
πολύ νωρίς
είχε συνδεθεί
και σχεδόν
ταυτιστεί με
την πόλη της
Χαλκίδας ως
συμβόλου μιας
ανεξάντλητης
δημιουργικότητας,
η οποία
εξελίσσεται και
διαμορφώνεται
εκτός του
αστικού
κέντρου της Αθήνας
και μακριά από
τις θεμιτές
και αθέμιτες
συναλλαγές
της. Ο
Σκαρίμπας
ταξίδεψε
ελάχιστα,
γεγονός που
συνέβαλε και
αυτό στο να
αποκτήσει ο
λόγος του μια
χαρακτηριστική
τοπική
ιδιοχρωμία και
η θεματική των έργων
του μιαν
ιδιάζουσα
τοπικότητα.
Έτσι, η Χαλκίδα
επανέρχεται
διαρκώς στο
έργο του ως
σκηνικό υπόβαθρο
και αδρανές
φυσικό
περιβάλλον,
καθώς και ως
μια δυναμική
παρουσία που
επηρεάζει,
διαμορφώνει
και καθοδηγεί
τις ανθρώπινες
συνειδήσεις,
συμπεριφορές και
ψυχοσωματικές
αντιδράσεις.
Η
Χαλκίδα
αποτελεί
σημείο
αναφοράς στα κείμενα
του Σκαρίμπα,
μιλάει γι’ αυτήν με έναν
βαθύτατο
ερωτισμό σαν
να απευθύνεται
σε αγαπημένη
γυναίκα του, σε «ισόβια
ερωμένη του» [1, σ.
289]. Ο συγγραφέας
αγάπησε τη
Χαλκίδα, την «τραγούδησε»,
την «ύμνησε»
και την «απαθανάτισε»
[2, σ. 8]. Αυτή η σχέση
και η ταύτισή
του με την
αγαπημένη του
πόλη, καθώς και
το βάθος της
ερωτικής
σχέσης που δημιουργήθηκε
με τα χρόνια
ανάμεσα σ’
αυτόν και στη
Χαλκίδα,
δοξολογούνται
στα γνωστά
ποιήματα, όπως: Μαέστρο
ντούρε του
Κώστα
Μαϊστράλη, Η Χαλκίδα του
Σκαρίμπα της
Ρένας
Καρθαίου, Εκδρομή στη
Χαλκίδα του
Γιώργου
Μυλωνογιάννη,
Επιθυμία του
Γιάννη Ρίτσου [1,
σσ. 291-294].
Οι
αναφορές, όμως,
του Σκαρίμπα
στην αγαπημένη
του πόλη
λειτουργούν
αντιστρόφως
ανάλογα με την
ουσιαστική της
παρουσία. Παρά
το γεγονός ότι
ο συγγραφέας
επιμένει να
δηλώνει ως
τόπο δράσης
των έργων του
τη Χαλκίδα, ή,
ακόμη, να
χρησιμοποιεί
το όνομα της
πόλης αυτής ως
τίτλο σε έργα
του (π.χ. Χαλκίδα
ή Βατερλώ
δύο γελοίων), η
λεπτομερειακή
περιγραφή της
Χαλκίδας ως
χώρο με
συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά,
η αναφορά σε
συγκεκριμένα
τοπωνύμια,
δρόμους κ.α.
απουσιάζουν.
Οι περιγραφές
της «αντί
να παραπέμπουν
στον
πραγματικό
χώρο, μετουσιώνουν
τη Χαλκίδα σε
εσωτερικό
τοπίο και την
ανάγουν σε
χώρο ουτοπικό» [3,
σ. 22]. Η πόλη της
λογοτεχνίας
του έχει
ελάχιστη σχέση
με τη Χαλκίδα
του
γεωγραφικού
χάρτη. Δεν
συμπίπτει με
την πόλη της
ιστορίας, δεν
αποτελεί
ακριβές αντίγραφο
της
πραγματικότητας,
μπορεί να
φαίνεται επαληθεύσιμη,
αλλά δεν είναι
παρά
αληθοφανής.
Στο
μυθιστόρημα Μαριάμπας,
για
παράδειγμα, ο
χώρος έχει μια
αφηρημένη
διάσταση. Ενώ ο
αφηγητής
αναφέρεται στη
Χαλκίδα κατονομάζοντάς
την, οι
περιγραφές της
πόλης είναι
τόσο μεταφορικές
ή αφηρημένες,
ώστε να
ανάγουν την
πόλη σε σύμβολο.
Ιδίως με την
ενσωμάτωση στο
μυθιστόρημα
ενός γνωστού
ποιήματος του
Σκαρίμπα με
τίτλο Χαλκίδα
– το οποίο
υποτίθεται ότι
βρέθηκε στο
αρχείο του
ήρωα μετά την
αυτοκτονία του
– η πόλη γίνεται
εσωτερικό
τοπίο, ένας
αδιέξοδος μοιραίος
τόπος [4, σ. 170].
Στο
μυθιστόρημα Το Σόλο του
Φίγκαρω ο
Σκαρίμπας
προσδίδει στη
Χαλκίδα έναν
χαρακτήρα
πνευματικής
και όχι υλικής
πραγματικότητας.
Η περιγραφή
της Χαλκίδας,
όπου υπάρχει,
αυτοαναιρείται:
«Τ’ άστρα
στον ουρανό
και τα
λουλούδια στη
γη, κι η Χαλκίδα
κατ’ απ’ τον ουρανό
κι από τ’ άστρα.
Πάνω της
λοιπόν
ταξιδεύουν τα
σύγνεφα. Κι εγώ
είμαι κάτω.
Πορπατώ και
στοχάζομαι πως
όλα αυτά – και τα
πλοία –
γίνονται, όσο
πάει, παραμύθια»
[3, σ. 24].
Μέσα
από την
προοπτική της
αφηγηματικής
τεχνικής που
διαπλέκεται με
τη χρήση της
Χαλκίδας,
ιδιαίτερο
ενδιαφέρον
παρουσιάζει το
μυθιστόρημα Βατερλώ
δύο γελοίων, όπου
οι αναφορές
στο χώρο είναι
απολύτως
αληθοφανείς. Η
αντίθεση που
προκύπτει
ανάμεσα στον
συγκεκριμένο
χώρο και στην
απιθανότητα
του μύθου υπηρετεί
την υπονόμευση
του αληθοφανούς
και του
αποδεδειγμένου
[2, σ. 9].
Η
μετάπλαση της
Χαλκίδας,
λοιπόν, σε
παραμυθικό πλαίσιο
αποκαλύπτει
την ευρύτερη
πρόθεση του
Σκαρίμπα να
μεταθέσει το
κέντρο βάρους
της γραφής του
από το
περιγραφόμενο
στην ίδια την
περιγραφή και
να διαρθρώσει
μέσα σε αυτήν
ένα είδος
εσωτερικής
μυθολογίας της
πόλης στην
οποία ζούσε
και την οποία
έβλεπε πάντοτε
ως έναν τόπο
ελευθερίας
μακριά από τις
δεσμεύσεις και
τους
περιορισμούς
των αστικών
κέντρων.
Βιβλιογραφία:
1. Μαστροδημήτρης
Π., «Ο Σκαρίμπας
του θρύλου και
της ποίησης»,
στο Η
νεοελληνική
σύνθεση:
θέματα και
κατευθύνσεις της
νεοελληνικής
λογοτεχνίας, Αθήνα,
Νεφέλη, 1999, σ. 289, σσ.
291-294.
2. Κωστίου
Κ., «Ο Σκαρίμπας
της Χαλκίδας ή
η Χαλκίδα του
Σκαρίμπα;», εφ. Η
Καθημερινή.
Επτά ημέρες, 6
Απριλίου 1997, σσ. 8-9.
3. Μαστροδημήτρης
Π.Δ., «Γιάννης
Σκαρίμπας, “Ο
ιδαλγός της
Χαλκίδας”», στο Πρακτικά
Α’ Πανελλήνιου
Συνεδρίου για
τον Γιάννη Σκαρίμπα,
11-13 Νοεμβρίου 2005, Χαλκίδα,
Διάμετρος, 2007, σ. 22, 24.
4. Κωστίου
Κ., «Σημείωμα της
επιμελήτριας»,
στο Σκαρίμπας
Γ., Μαριάμπας,
Αθήνα, Νεφέλη,
1992, σ. 170.